Ροδανθός

Όταν η Σμαράγδα, στα τέλη του 1874, φτάνει από την Κωνσταντινούπολη στη Σύμη με το καράβι του ηλικιωμένου Μόσκοβου, δεν περιμένει ότι στο νησί με τα πολλά προνόμια και τους επιδέξιους σφουγγαράδες θα βρει την ευτυχία. Η ευτυχία αυτή, ωστόσο, θα σημαδευτεί από πολύχρονη ατεκνία, μέχρι τη μέρα που θα κλείσει στην αγκαλιά της τον πεντάχρονο ορφανό Γιοσίφ, που οι συμπατριώτες της θα αποκαλέσουν «το Αραπί», δυσκολεύοντας την ένταξή του στην προηγμένη για τα δεδομένα της εποχής κοινωνία τους.Καθώς τα χρόνια περνούν, η Σμαράγδα θα βιώσει οδυνηρές απώλειες και μια βαριά προδοσία, που θα την υποχρεώσει να αφήσει τη Σύμη για τη Ρόδο λίγο πριν από την ανατολή του νέου αιώνα. Η ιστορία μιας οικογένειας στη Σύμη και στη Ρόδο, πολυκύμαντη και ταραχώδης σαν τη θάλασσα που περιβάλλει τα δύο νησιά, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, με συνδετικό ιστό μια γυναικεία μορφή.

Σου χρωστάω χάρη

Μια απολαυστική ιστορία για μια περίπλοκη οικογένεια, για έναν άντρα που ίσως να είναι ο ιδανικός και για ένα κορίτσι που έχει μανία να διορθώνει τα πάντα αλλά… δυσκολεύεται να διορθώσει τη δική της ζωή.
Η Φίξι Φαρ έχει μεγαλώσει με το μότο του πατέρα της Πάνω απ’ όλα η οικογένεια. Αλλά από τότε που εκείνος πέθανε, τρέχει για όλα μόνο της στην οικογενειακή επιχείρηση, ενώ τα αδέλφια της τεμπελιάζουν.
Μια μέρα, σ’ ένα καφέ, ένας άγνωστος της ζητά να έχει για μια στιγμή τον νου της στο λάπτοπ του, κι εκείνη όχι μόνο το προσέχει, αλλά το σώζει από βέβαιη καταστροφή. Ο Σεμπ, όπως συστήνεται, για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, της υπογράφει μια δήλωση ότι της χρωστάει χάρη. Η Φιξι το παίρνει στ’ αστεία∙ άλλωστε ποτέ δε θα του ζητούσε τίποτα. Σωστά;
Κάποια στιγμή, όμως, ξαναμπαίνει στη ζωή της ο παιδικός της έρωτας, ο Ράιαν, που έχει μείνει άνεργος. Τότε η Φίξι, που δεν ήθελε τίποτα για τον εαυτό της, ζητάει από τον Σεμπ να του δώσει μια δουλειά. Τώρα, λοιπόν, είναι πάτσι, αλλά σε λίγο πάλι κάτι συμβαίνει κι ο ένας χρωστάει χάρη στον άλλο, και πάει λέγοντας. Πώς θα τελειώσει, άραγε, όλο αυτό;

Ραγισμένο είδωλο

Κατά τη δεκαετία του 1960 στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, αναδείχθηκαν τα μεγαλύτερα εγχώρια κινηματογραφικά αστέρια. Ένα από αυτά υπήρξα κι εγώ, ο Βίκτορας Νοταράς. Ελάχιστοι έμαθαν πως τα πρώτα μου εφηβικά βήματα τα έκανα στα διαβόητα στενοσόκακα της πιο αμαρτωλής γειτονιάς, της Τρούμπας, με τα μπορντέλα και τις γυναίκες που πουλούσαν φθηνό έρωτα, πρώτα ως αγαπητικός και μετά ως βαποράκι. Το μέλλον μου ήταν αβέβαιο, όμως δε μου καιγόταν καρφί. Και γιατί να μου καεί; Ήμουν νέος, γοητευτικός, δεν περνούσα απαρατήρητος. Ένα καπρίτσιο της μοίρας με έχρισε μέσα σε μια νύχτα πρωταγωνιστή ταινιών, έγινα αυτό που έλεγαν κινηματογραφικό αστέρι, σταρ∙ δεν ξέρω πώς στον διάολο εκτοξεύτηκα τόσο ψηλά, άλλοι το αποφάσισαν, όχι εγώ. Σύντομα έφυγα στο εξωτερικό, έκανα καριέρα κι εκεί. Τα είχα όλα. Νιάτα, δόξα, λεφτά. Οι γυναίκες παραληρούσαν για ένα μου αυτόγραφο, πολύ περισσότερο για μια βραδιά μαζί μου. Δεν εκτίμησα τίποτα… Τίποτα.
Ανίκανος να διαχειριστώ την τεράστια φήμη μου, έκανα τα πάντα για να αμαυρώσω το όνομά μου, να ποδοπατήσω το γνήσιο ταλέντο μου, να καταστρέψω την εικόνα μου, να ραγίσω το είδωλό μου. Μέχρι που συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν ο θύτης που πίστευα, που πίστευαν όλοι, ήμουν το θύμα. Ήταν όμως αργά. Βλέπετε, όταν ραγίσουν τα είδωλα, τα «σκοτώνουν».

Μπορεί ένα λάθος της νιότης να φέρει την ανατροπή; Να γίνει η αιτία να αναθεωρήσουμε ολόκληρη τη ζωή μας; Να ξαναγεννηθούμε; Ίσως…

Χαμένος

ΒΡΑΒΕΙΟ ITW 2019
ΒΡΑΒΕΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ NED KELLY 2019

Δύο αδέρφια, ο Νέιθαν και ο Μπαμπ Μπράιτ, συναντιούνται στα όρια των αχανών αγροκτημάτων τους κάτω από τον καυτό ήλιο του Κουίνσλαντ. Βρίσκονται στον τάφο του κτηνοτρόφου, ένα μνημείο τόσο παλιό ώστε κανείς δεν θυμάται ποιος είναι θαμμένος εκεί. Σήμερα, όμως, η ελάχιστη σκιά του μνημείου ήταν η τελευταία ελπίδα του μεσαίου αδερφού τους, του Κάμερον, τον οποίο εντοπίζουν νεκρό από τη ζέστη. Ενώ πενθούν για τον θάνατό του, αρχίζουν να τους κατακλύζουν υποψίες και ο Νέιθαν αναγκάζεται να ερευνήσει μυστικά που η οικογένεια θα προτιμούσε να μείνουν στο παρελθόν. Κάτι προβλημάτιζε τον Κάμερον. Ακολούθησε τον δρόμο του θανάτου έχοντας χάσει πια κάθε ελπίδα; Γιατί αν δεν το έκανε, η απομόνωση στην οποία η οικογένεια ζει στην αυστραλιανή ενδοχώρα δεν αφήνει και πολλούς υπόπτους…

Σκοτεινό, αγωνιώδες και βαθιά ατμοσφαιρικό, ο Χαμένος είναι το πολυαναμενόμενο βιβλίο της βραβευμένης Jane Harper που μεταφράζεται ήδη σε 17 γλώσσες σε όλο τον κόσμο.

Η γιατρίνα

«Διαβολοθήλυκο» αποκαλούσε ο παπάς του Ναγκιρέβ τη Σουζάνα Φαζέκας. Οι γυναίκες, όμως, του χωριού τη θεωρούσαν φύλακα-άγγελό τους, όχι μόνο επειδή πρόσφερε τις υπηρεσίες της ως μαμή και πρακτική γιατρός, αλλά επειδή τις γλίτωσε από το αμείλικτο πεπρωμένο τους σε μια κοινωνία όπου δεν είχαν το δικαίωμα να διαλέγουν τους συντρόφους τους οι ίδιες.

Γιατί η Σουζάνα έραβε φουστάνια, μαντάριζε σκισμένα φρύδια και γόνατα και ξήλωνε προκαταλήψεις κι ενδοιασμούς. Θεωρώντας υποχρέωσή της ό,τι για τους κοινούς θνητούς είναι έγκλημα και αμαρτία, ανέλαβε δράση σ’ αυτή τη γωνιά της Αυστροουγγαρίας από το 1911 έως το 1919. Κι έγινε με τα γιατροσόφια και τα φαρμάκια της η «θεά» του Ναγκιρέβ, τιμωρός και εκδικητής, παρατρεχάμενη της θείας δίκης.

Μόνο όταν θα γνωρίσει τον Έλληνα γιατρό Στράτο Κεκέρογλου συμφιλιώνεται με το τραύμα που κουβαλά από παιδί και τολμά να κοιτάξει στον καθρέφτη της ψυχής της την αλήθεια.
Ένα βιβλίο που αποδεικνύει πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος, στην αθωότητα και την ενοχή, στην απελπισία και την παράνοια, όταν οι μύχιες πληγές αδυνατούν να επουλωθούν.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που φαντάζουν πιο ευρηματικά απ’ τη φαντασία.